Saturday, May 17

Rachmaninoff, again...

Είχα χρόνια να παίξω Ραχμάνινοφ.
Υπήρξε ο αγαπημένος συνθέτης των εφηβικών μου χρόνων και νομίζω πως ήδη στα δεκαπέντε μου χρόνια είχα ακούσει το σύνολο του πιανιστικού του έργου. Είχα εξαρχής ξεχωρίσει το Τρίτο Κοντσέρτο, που τόσο αγάπησα απ’ την πρώτη στιγμή, και που με αξίωσε ο Θεός να παίξω… Αλλά αγάπησα και τα υπόλοιπα κοντσέρτα του, καθώς και ένα σημαντικό μέρος της μουσικής του για πιάνο! Οι (μεγάλες) μελωδικές γραμμές του ήταν τόσο Ρώσικες στο χαρακτήρα, που, ακούγοντας τη μουσική του, ήταν σαν να διάβαζα Ντοστογέφσκι ή Πάστερνακ – το ίδιο ρώσικο πάθος, η ίδια ρωσική μελαγχολία.

Αλλά εδώ και επτά χρόνια δεν μελέτησα τίποτε καινούριο του Ραχμάνινοφ. Νομίζω πως είχα παίξει τις Παραλλαγές Κορέλι στο Λονδίνο το 2001, και έκτοτε... τίποτε.
Προ ενός περίπου μηνός, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου γεννήθηκε και πάλι η επιθυμία να παίξω δική του μουσική. Έκανα λοιπόν μια επιλογή 2 πρελουδίων, 2 etudes-tableaux και 2 moments musicaux. Ίσως αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν το δεύτερο μέρος ενός μελλοντικού ρεσιτάλ – ποιος ξέρει;
Από τα έξι αυτά έργα, νομίζω το αρτιότερο μουσικά είναι το Πρελούδιο σε φα δίεσι ελάσσονα. Ο Neushaus, διάβαζα κάπου, θεωρούσε αυτό το πρελούδιο ως το αξιολογότερο όλων– και έχει δίκιο. Εδώ οι διάρκειες είναι μεγάλες, η μελωδία λιτή, εκφραστική μεγάλου συναισθηματικού βάθους και πλούτου, τόσο στις στιγμές της γαλήνης όσο και στο απελπισμένο ξέσπασμα της μεσαίας ενότητας. Η δυσκολία για τον ερμηνευτή είναι να καταφέρει να πλάσει μια «συνεχή» μελωδία, ένα συνεκτικό «όλον», πράγμα διόλου εύκολο για το πιάνο (ένα βιολί θα μπορούσε πολύ ευκολότερα να αποδώσει αυτή τη μουσική).

Δύσκολα αυτά τα έργα! Απαιτούν πολύωρη αφιέρωση, ανέφικτη για τα δικά μου δεδομένα. Αλλά, ελπίζω πως κάτι θα βγει στο τέλος... Άλλωστε στην μελέτη της μουσικής, το ταξίδι δεν αξίζει λιγότερο απ’ την Ιθάκη. Δεν ξέρω αν θα φτάσω στην Ιθάκη, αλλά τουλάχιστον απολαμβάνω το ταξίδι!

Thursday, March 27

Mozart, Sonata for Two Pianos in D

Άκουγα τις προάλλες την σονάτα του Μότσαρτ για δύο πιάνα σε ρε. (Σε μια ζωντανή ηχογράφηση με Ρίχτερ και Μπρίτεν). Πόση είναι η χαρά που αναβλύζει από το έργο αυτό! Αλλά σκεφτόμουν, καθώς άκουγα, πόσες εκφάνσεις της χαράς ξεπηδούν από τη σονάτα αυτή. Η χαρά εδώ, δεν είναι κάτι μονοσήμαντο, κάτι που προσλαμβάνει μία συναισθηματική μόνο «εκδοχή»· πολύ περισσότερο, η χαρά εδώ εκφράζεται ως καλειδοσκόπιο χρωμάτων, ως ηχητική πανδαισία, ως πληρότητα ζωής.
Και στο αριστουργηματικό τρίτο μέρος (allegro molto), η μελωδική λεπτότητα και ελαφράδα μιλά και πάλι για χαρά – στην πιο ανόθευτη μορφή της. Είχα διαβάσει κάπου πως ένα παιδί μπορεί να ερμηνεύσει Μότσαρτ καλύτερα από έναν μεγάλο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια, αλλά στα σίγουρα, η μουσική του Αμαντέους έχει μιαν άπεφθη παιδικότητα που ίσως καλύτερα μπορεί να νιώσει ένα παιδί. Η χαρά της μουσικής του βρίσκεται στην γνήσια, την αληθινή αλλά συνάμα και ανεξήγητη παιδικότητά της.
Κοιτώντας το χαμόγελο ενός παιδιού μπορείς να καταλάβεις πολλά για τον Μότσαρτ...

Thursday, February 28

Richter: the Enigma by Bruno Monsaingeon

Πόσες φορές δεν έχω παρακολουθήσει (με την ίδια συγκίνηση) αυτό το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ... Πόσο δεν αιχμαλωτίζουν την καρδιά μου οι αρχικές και τελικές συγχορδίες της τελευταίας σονάτας του Σούμπερτ με τις οποίες αρχίζει και τελειώνει η ταινία... Νομίζω – και ας μου συγχωρεθεί η συναισθηματική υπερβολή- πως πρόκειται για το πλέον πετυχημένο κινηματογραφικά πορτρέτο μουσικού που έχει γίνει ποτέ.

Ο Σβιατοσλάβ Ρίχτερ και ο Γκλεν Γκούλντ είναι οι πιανίστες που περισσότερο με έχουν εμπνεύσει μουσικά. Αυτό είναι ενδιαφέρον, διότι έχουν τελείως διαφορετικές προσωπικότητες, έζησαν τελείως διαφορετικές ζωές (συμπίπτουν στην βαθιά μοναξιά όμως...) και το παίξιμό τους οριοθετεί κόσμους αρκετά ασύμβατους προς αλλήλους. Αλλά, ακριβώς εκεί βρίσκεται το καίριο σημείο που με γοητεύει: στην ετερότητα του ήχου τους. Στο γεγονός δηλαδή πως στο παίξιμό τους έχει τόσο άμεσα «περάσει» το στίγμα της προσωπικότητάς τους, ώστε ακούγοντας τους να μπορείς δίχως δισταγμό να πεις: «Αυτός είναι Γκούλντ» ή «είναι Ρίχτερ». Πράγμα που αποτελεί ζητούμενο στην δική μας εποχή –κατά την οποία πλεονάζουν εξαίρετοι
πιανίστες αλλά μοιάζει να λείπουν οι αυθεντικοί μουσικοί.
Όσον αφορά στο ντοκυμαντέρ, να σημειώσω δυό λόγια και για το ομότιτλο βιβλίο που εξέδωσε ο Bruno Monsaingeon
: το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου (δυστυχώς αμετάφραστο στα ελληνικά) είναι ο πρόλογός του: εκεί, ο συγγραφέας καταγράφει ολόκληρη την ιστορία της γέννησης της ταινίας – και είναι συναρπαστική η αφήγησή του. Συνιστώ την αγορά αυτού του βιβλίου μόνο για τον πρόλογό του.

Έχω μέσα μου μια απορία που θα ΄θελα να γράψω: γιατί όλοι αυτοί οι μεγάλοι πιανίστες (ή έστω πολλοί εξ αυτών) ήταν τόσο ταλαιπωρημένοι ψυχικά άνθρωποι; Γιατί από την ζωή του Ρίχτερ αναβλύζει τόση πίκρα; Γιατί ο μεγαλύτερος (λένε) πιανίστας που υπήρξε ποτέ, έπασχε από κατάθλιψη και στα στερνά του γυρνούσε από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, αναζητώντας -μάταια- εσωτερική γαλήνη; Γιατί ο Glenn Gould είχε μια τόσο παράξενη και αφύσικη ζωή – κλεισμένος ολημερίς σε ένα στούντιο, ζωή μίζερη και ασφυκτικά πνιγηρή;... Από τις ζωές και των δύο μουσικών μοιάζει να απουσίαζε η γαλήνη, η απλότητα, το φως. Γιατί; Υπάρχουν απαντήσεις;...

Wednesday, February 6

"Romanticism and Tango" for Piano and Cello

Πήγα σε μια ωραία συναυλία την Δευτέρα το βράδυ στον «Παρνασσό». Δύο πολύ καλοί μουσικοί, ο Γιάννης Μιχαηλίδης στο πιάνο και ο Δημήτρης Γούζιος στο τσέλο, έπαιξαν ένα πρόγραμμα με θεματικό άξονα «Ρομαντισμός και Τανγκό».
Επρόκειτο για έναν ενδιαφέροντα συνδυασμό ρομαντικής μουσικής, μεταγραφών του τσελίστα γνωστών θεμάτων από την σύγχρονη μουσική και τον κινηματογράφο, και τανγκό του Πιατσόλα.
Ξεχωρίζω την αισθαντική ερμηνεία του δεύτερου μέρους της σονάτας του Ραχμάνινοφ καθώς και τον εσωτερικό παλμό του τελευταίου έργου, του Libertango – απ’ τα γνωστότερα έργα του Piazzola. Είχα την αίσθηση, πάντως, πως ορισμένες μεταγραφές του Γούζιου δεν «λειτουργούσαν» καλά – εγώ θα τις επεξεργαζόμουν αρκετά διαφορετικά εάν είχα το συγκεκριμένο υλικό.

Η συνεργασία των δύο μουσικών ήταν καθ’ όλα άψογη – παίζουν χρόνια μαζί και αυτό συντελεί στην επίτευξη μιας βουβής εσωτερικής συνεννόησης που κατακτάται μόνο με τον χρόνο. Η συνεννόηση για την οποία μιλώ δεν έχει να κάνει μόνο με τον συγχρονισμό των οργάνων σε ζητήματα tempo· αφορά κυριώτατα στην κοινή ζύμωση του ήχου, στην μουσική σύγκραση της μελωδίας, στην κοινή βιωματική ενατένισή της. Αυτά κατακτώνται μόνο με τον χρόνο – δεν αρκούν οι πρόβες. Την κοινή αυτή συνεννόηση κρατώ κυρίως ως «δώρημα» της συναυλίας αυτής.


Sunday, January 27

Concert

Έλειψα πολύ καιρό!
Είναι αλήθεια ότι ο χρόνος που μπορώ να διαθέσω στην ακρόαση μουσικής φαίνεται πως διαρκώς λιγοστεύει: οι οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για τέτοιες κατ’ ιδίαν στιγμές.
Υπήρχε όμως ένας ακόμα λόγος...
Την περασμένη Τετάρτη είχα ένα ρεσιτάλ στον «Παρνασσό» και, για άλλη μια φορά, για είκοσι περίπου μέρες προ της συναυλίας, έζησα αυτήν την παράξενη ψυχική στάση απώθησης προς ό,τι έχει σχέση με μουσική. Δεν ήθελα να ακούσω ή να παρακολουθήσω απολύτως τίποτε! Πάντοτε πριν από συναυλίες μου συμβαίνει αυτό και ίσως οφείλεται στο διαρκώς αυξανόμενο άγχος που συσσωρεύεται μέσα μου όσο η κρίσιμη ημερομηνία γίνεται εγγύτερη. Ακόμα και τα έργα που πρόκειται να παίξω σιγά-σιγά αντιπαθώ – στο τέλος πρέπει να καταβάλω σημαντική ψυχική προσπάθεια για να αναστήσω μέσα μου την αγάπη που (φυσικά) τρέφω προς αυτά. Παράξενα πράγματα!
Αν κάποιος τύχει και διαβάσει ποτέ αυτές τις γραμμές και αισθάνεται πως έχει βιώσει αντίστοιχα αντιφατικά και παράδοξα συναισθήματα, τον παρακαλώ να καταθέσει και την δική του μαρτυρία εδώ - θα είναι μια παρηγοριά!
Έτσι, τώρα που η συναυλία τελείωσε, ελπίζω να μπορέσω να επανέλθω με την ίδια αγάπη στο μουσικό μου ημερολόγιο – τουλάχιστον μέχρι τον ερχομό κάποιας επόμενης συναυλίας...

Wednesday, December 19

Marc-Andre Hamelin plays Alkan

Άκουσα σήμερα (στο αυτοκίνητο όπως πάντα – μοιάζει να είναι το μόνο μέρος όπου μπορώ πλέον να ακούω μουσική!) τον Marc-Andre Hamelin να παίζει Alkan· συγκεκριμένα, ο δίσκος περιέχει το Κοντσέρτο για σόλο πιάνο και το έργο Troisieme recueil de chants, και τα δύο του Γάλλου συνθέτη.
Βρήκα το εξώφυλλο του δίσκου (της Hyperion) αισθητικά ιδιαίτερα απωθητικό – μια αποκρουστική εικόνα που, νομίζω, προδιαθέτει πολύ αρνητικά και, πάντως, δεν κατανοώ τους λόγους της ύπαρξής της.

Το πρώτο που εντυπωσιάζει τον ακροατή του Κοντσέρτου για σόλο πιάνο είναι η υπερβατική τεχνική δυσκολία του. Το δεύτερο, η υπερβατική ...ευκολία με την οποία ο Hamelin υποτάσσει όλο αυτό το πελώριο υλικό. Δεν είναι υπερβολή, νομίζω, να λεχθεί πως ο Marc-Andre είναι από τους πολύ μεγάλους πιανίστες της εποχής μας, σε επίπεδο δε δεξιοτεχνίας μπορεί να συγκριθεί ίσως μόνο με τον Arcadi Volodos ή τον Kissin. Πέρα όμως από την εντυπωσιακή τεχνική άνεση του Hamelin, παρατήρησα πως ο ήχος του έχει όγκο και πλαστικότητα, οι τεχνικές δυσκολίες του έργου δεν θέτουν εμπόδια στις εκφραστικές δυνατότητες του πιανίστα και τις αντίστοιχες απαιτήσεις του έργου. Τί τεράστια αποθέματα ψυχικής και σωματικής αντοχής πρέπει να έχει κανείς για να μπορέσει να παίξει ενώπιον κοινού ένα τέτοιο έργο! Θα έλεγα πως είναι τέτοιος ο τεχνικός, ποσοτικός και χρονικός όγκος του έργου (μόνο το πρώτο μέρος διαρκεί περίπου μισή ώρα!) ώστε για να μπει κανείς στην περιπέτεια της εκμάθησής του θα πρέπει πολύ να το αγαπάει – ειδάλλως είναι μάταια η όποια απόπειρα.
Προσωπικά, δεν μπορώ να πω ότι το έργο του Alkan με κέρδισε απολύτως. Υπήρχαν οπωσδήποτε στιγμές πολύ αξιόλογες μουσικά· επίσης, το έργο είναι πιανιστικά ιδιαίτερα καλογραμμένο και θα είχα μεγάλη περιέργεια να δω τις νότες του.

Χριστούγεννα σε λιγότερο από μια βδομάδα! Δύσκολο να μην νιώσεις την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της γιορτινής προσδοκίας. Αλλά, ακόμα δυσκολότερο να ζήσεις την ατμόσφαιρα της προσδοκίας στην διάσταση της αληθινότητάς της. Μακρυά από εγκεφαλικά στερεότυπα και συναισθηματικές υπεκφυγές.

Monday, December 10

"Great Performances" and Beethoven's Violin Concerto

«Μεγάλες Παραστάσεις», ήταν ο τίτλος της εκπομπής που παρακολούθησα χθες, Κυριακή το μεσημέρι, από την ΕΤ-1.
Αγνοούσα την ύπαρξη αυτής της εκπομπής και αναρωτιέμαι πόσες έχω χάσει μέχρι σήμερα. Είναι, βλέπεις, τόσο ελάχιστες εκπομπές οι αφιερωμένες στην κλασική μουσική ώστε δεν υπάρχει η πολυτέλεια να χάνεις κάποια από αυτές!
Η (κατά βάση ιστορικού περιεχομένου) εισαγωγή του Αλέξη Κωστάλα ήταν προσεγμένη και ζωντανή στο ύφος της παρουσίασής της, απαλλαγμένη από κάθε ίχνος πόζας ή ακαδημαϊσμού. Το έργο που παρουσίασε ήταν το Κοντσέρτο για Βιολί και Ορχήστρα του Μπετόβεν, από μια συναυλία του Μεγάρου Μουσικής, με σολίστα τον Σίμο Παπάνα και την Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, με διευθυντή τον Βλαδίμηρο Συμεωνίδη.

Δεν έχω πρόθεση να γράψω εδώ «κριτική» στην συναυλία. Ούτε τις γνώσεις έχω, ούτε την απαραίτητη κατάρτιση για κάτι τέτοιο. Νομίζω, πάντως, ότι όποιος αποπειράται να γράψει μουσική κριτική θα πρέπει να στέκεται, κατ’αρχάς, με μεγάλο σεβασμό προς τον άνθρωπο ή τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, να κάνουν επί σκηνής, ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Μόνο εάν έχεις την εμπειρία της έκθεσης σε κοινό, μονο εάν έχεις νιώσει το μέγεθος του άγχους να σε συνθλίβει, τότε μόνο μπορείς να έχεις πείρα της δυσκολίας με την οποία είναι αντιμέτωπος ο μουσικός, από την οποία και απορρέει ο δικός σου σεβασμός προς αυτόν. Είναι πολύ εύκολο να παρακολουθώ την συναυλία από την άνεση της πολυθρόνας μου και να εκφέρω ανέξοδα τις κρίσεις μου γι’ αυτό που άκουσα – δεν είναι έτσι;

Στο μουσικό μου ημερολόγιο, για να επανέλθω, θα ήθελα να καταγράψω μονάχα κάποιες σημειώσεις-εντυπώσεις μου απ’ αυτό που είδα και άκουσα.
Να πω ότι μου άρεσε πολύ ο ήχος του Παπάνα – τον βρήκα μεστό, ώριμο, δουλεμένο. Το έργο είναι εξαιρετικά δύσκολο αλλά ο σολίστ έμοιαζε να έχει τιθασεύσει το απαιτητικό μέρος του βιολιού, η δε ερμηνευτική του πρόταση μού φάνηκε άκρως πειστική. Ο μόνος ενδοιασμός μου (και έχω κατά νου το πρώτο μέρος) έγκειται στο tempo που επέλεξε ο μαέστρος: το βρήκα λιγάκι στατικό, σαν να εμπόδιζε την μουσική φράση να ελευθερωθεί με άνεση και φυσικότητα. Η ένδειξη του συνθέτη είναι allegro ma non troppo και το tempo που άκουσα μού φάνηκε λίγο σαν moderato! Το Rondo, συναρπαστικό κι αέρινο.