Sunday, October 5

Byzantine and Russian Church Music in St Tryfon

Σήμερα το πρωί η τηλεόραση είχε απευθείας μετάδοση της Συνοδικής (το λέω καλά;) Θείας Λειτουργίας από τον άγιο Τρύφωνα Παλλήνης. Αφορμή της σύναξης ήταν η άφιξη στην Ελλάδα λειψάνων του αγίου Σεραφείμ του Σάροφ. Στην λειτουργία έψαλλε εκ δεξιών μια αρκετά πολυμελής βυζαντινή χορωδία και εξ αριστερών, μια ρωσική χορωδία - οι δύο χορωδίες έψαλλαν εναλλάξ.
Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την συνύπαρξη εντός των ίδιων λειτουργικών πλαισίων δύο τόσο διαφορετικών ακουσμάτων. Και μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω μια σύγκριση μεταξύ των δύο ειδών εκκλησιαστικής μουσικής, όχι φυσικά στο επίπεδο μιας ενδεχόμενης υπεροχής της μίας ή της άλλης (θα ήταν ανούσιο κάτι τέτοιο - αν και συχνά επιχειρείται...), αλλά στην διάσταση των ιδιαιτεροτήτων που κάθε άκουσμα έχει.
Η αίσθησή μου ήταν ότι η ρωσική εκκλησιαστική μουσική αγγίζει βαθιά την καρδιά, τουλάχιστον στην συναισθηματική της "εκδοχή". Είναι μουσική με βαθύτατη ευαισθησία, και με μια κρυφή νοσταλγία, τόσο χαρακτηριστική στην ρωσική παράδοση. Από πολλές απόψεις καταλαβαίνω καλύτερα αυτήν την μουσική, διότι οι κανόνες της βασίζονται στο τονικό σύστημα (βλ. κλασική μουσική) και έτσι μπορώ πιο άνετα να την παρακολουθήσω. Επίσης, πρόσεξα ότι η χροιά της φωνής είναι ιδιαίτερη, πιο βαθιά και ίσως πιο "οπερατική". Γενικά, το άκουσμα έχει όγκο και μεγαλοπρέπεια, χωρίς ωστόσο να στερείται (σε μουσικό επίπεδο) μια κάποια πρωτόλεια απλότητα. (Φυσικά, οι Λειτουργίες που έχουν γράψει οι Τσαϊκόφσκυ και Ραχμάνινοφ είναι άλλη ιστορία).
Απ' την άλλη η βυζαντινή μουσική έχει την ιδιαιτερότητα ότι υπάρχουν διάφορες "σχολές" απόδοσης των ύμνων, με σημαντικές μεταξύ τους αποκλίσεις- σε σημείο που, εάν δηλώσεις ότι αγαπάς την βυζαντινή μουσική θα πρέπει να διευκρινίσεις "ποια" απ' όλες έχεις κατα νου! Προσωπικά, βρίσκω την σχολή του Σίμωνα Καρά (με σημερινό συνεχιστή τον Λυκούργο Αγγελόπουλο) ως την αξιολογότερη και πιστότερη όλων. Σήμερα στον άγιο Τρύφωνα τέτοια ήταν η βυζαντινή μουσική που άκουσα.
Η βυζαντινή μουσική έχει έναν αφάνταστο μελωδικό πλούτο - η μελωδική της γραμμή κινείται οριζόντια με κινήσεις που μου θυμίζουν κυματισμό. Υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός σε αυτήν την μουσική, που δεν έχει σχέση με την μετρική ενός σολφεζ (αλλάζει διαρκώς) αλλά που όμως διέπει συνεκτικά τη σύνθεση. Για τούτο, φαίνεται πως για να ψάλλεις βυζαντινα θα πρέπει να έχεις μια πολύ καλή αίσθηση του ρυθμού.
Επιπλέον, δεν θα χαρακτήριζα την βυζαντινή μουσική ιδιαίτερα συναισθηματική - εδώ εντοπίζω και την κύρια διαφορά της από την ρωσική. Θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ως περισσότερο "προσευχητική" μουσική, κατά την έννοια ότι ενέχει το στοιχείο της κατάνυξης (όταν βέβαια αποδίδεται σωστά), αφού κουβαλά και μια μακραίωνη παράδοση με βαθιές πνευματικές ρίζες. Ο δε τρόπος της γραφής της είναι ριζικά διαφορετικός από την δυτική μουσική αλλά όχι λιγότερο ενδιαφέρων.
Σήμερα το πρωί μου δόθηκε η ευκαιρία να ακούσω και τις δύο "μουσικές" στον φυσικό τους χώρο (την εκκλησία) και θα έλεγα ότι ήταν αρκετά συγκινητικό να ακούς δύο ήχους τόσο διαφορετικούς, καθένας με το δικό του πνευματικό βάρος, που όμως αμφότεροι αποτελούν τις υψηλότερες δημιουργικές εκφράσεις της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό και την ανάγκης του πρώτου να στραφεί στον δεύτερο, εκφράζοντας μουσικά την προς Εκείνον δοξολογία.

Thursday, September 18

Proms 2008: Nikolai Lugansky plays Rach 3

Φέτος στα Proms του Λονδίνου, παίχτηκαν όλα τα κοντσέρτα για πιάνο του Ραχμάνινοφ, από ιδιαίτερα αξιόλογους καλλιτέχνες. Κατάφερα να ακούσω την εκπληκτική ερμηνεία του Τρίτου Κοντσέρτου από τον μεγάλο Ρώσο πιανίστα Nikolai Lugansky. Η αρχική μου "γνωριμία" με τον Λουγκάνσκι ήταν μέσα από την εξαίρετη δουλειά του πάνω στις Etudes του Chopin. Εν συνεχεία, τον άκουσα στα προπέρσινα Proms αυτή την φορά με το Δεύτερο Κοντσέρτο του Προκόφιεβ, αλλά και σε άλλες συναυλίες και ηχογραφήσεις του.
Αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα ελκυστικό στην φυσιογνωμία του είναι η εσωτερική του σοβαρότητα, η οποία αντανακλά κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο: το ότι παίρνει στα σοβαρά την μουσική, έχει αίσθημα ευθύνης απέναντί της, πράγμα που φυσικά, "περνά" και στο παίξιμό του. Σπάνια ακούει κανείς τόσο λεπτοτεχνουργημένη μελωδική γραμμή, τόση επιμονή στη λεπτομέρεια (έχω συγκεκριμένα κατά νου το Allegro Scherzando από το τρίτο μέρος του παραπάνω κοντσέρτου του Ραχμάνινοφ), τόση έμφαση στην ανάδειξη αυτού που ο συνθέτης επιθυμεί.
Διακινδυνεύω την εκτίμηση ότι και σαν άνθρωπος, ο Νικολάϊ Λουγκάνσκι θα πρέπει να είναι εξίσου σοβαρός και μετρημένος, ξένος προς κάθε εξεζητημένη εκκεντρικότητα. Μαθαίνω ότι μαθήτευσε δίπλα στην Τατιάνα Νικολάγιεβα, πως είχε ένα σοβαρό ατύχημα που παρα λίγο να του στερήσει την δυνατότητα να παίζει, ότι, παρά ταύτα, με ισχυρότατη δύναμη θελήσεως επανήλθε στο πιάνο κερδίζοντας, μάλιστα, τον φημισμένο διαγωνισμό Τσαϊκόφσκι. Ζει στην Μόσχα με την γυναίκα του και τα δύο του παιδιά... (Μου αρέσει αυτό, η οικογενειακή ζωή για έναν μουσικό είναι "σημείο" εσωτερικής ισορροπίας).
Το Τρίτο Ραχ του Λουγκάνσκι (από το bbc) ήταν εξαίσιο, το άκουσα με μεγάλη συγκίνηση - ίσως και λόγω των προσωπικών "δεσμών" που νιώθω να έχω με το συγκεκριμένο έργο. Πόσο θα ήθελα να ήμουν στο Royal Albert Hall, να μετάσχω και εγώ στις ενθουσιώδεις επεφημίες του κοινού που αποθέωνε για αρκετή ώρα τον μεγάλο αυτό μουσικό!
Θέλω τώρα να βρω λίγο χρόνο να ακούσω τον Stephen Hough (θα γράψω γι' αυτόν κάποια άλλη στιγμή), στο Δεύτερο Κοντσέρτο του ίδιου Ρώσου συνθέτη, επίσης στα φετεινά Proms. Και θα επανέλθω!

Thursday, August 14

contemplating a possible piano recital program...

Μοιάζει να καταλήγω σε ένα πρόγραμμα που, συν Θεώ, θα παίξω κάπου τον επόμενο χειμώνα. Ήθελα εξαρχής να μην παίξω «μεγάλα» έργα αυτήν την φορά – σε διάρκεια εννοώ. Είναι κάποια μικρά κομμάτια που κατά καιρούς έχω μελετήσει για δική μου ευχαρίστηση και σκέφτηκα πως δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να τα παρουσιάσω κάποτε σε κόσμο…

Έτσι, η σκέψη μου είναι να παίξω στην αρχή μια σονάτα Μόταρτ, αυτήν σε λα ελάσσονα που τόσο αγαπώ. Είχα παίξει (ακριβέστερα, δοκιμάσει να παίξω...) πριν μια δεκαετία, αλλά, ως γνωστόν, με τα κλασικά έργα δεν «τελειώνεις» ποτέ – πάντα έχουν κάτι καινούριο να σου πουν, κάτι άδηλο να σου φανερώσουν, κάτι κρυφό να σου εκμυστηρευτούν. Μελετώ λοιπόν τον Μότσαρτ με μεγάλη αγάπη. Αλλά και με σαφή μέσα μου επίγνωση του ρίσκου που κρύβει αυτή η μουσική. Μου φαίνεται πως ποτέ δεν θα καταφέρω να παίξω καλά αυτό το έργο, αλλά επιμένω να προσπαθώ. Φαίνεται πως η αγάπη μου είναι μεγαλύτερη από τον φόβο μιας πιθανής αποτυχίας... Και η αγάπη έξω βάλλει τον φόβον - κάπως έτσι δεν το λέει;;


Τα κομμάτια που έχω κατά νου είναι: Σούμπερτ, Impromptu σε σολ ύφεσι, Ravel, Ondine (από τον Gaspard), εν συνεχεία τρία κομμάτια Rachmaninoff, (Etude, Prelude, Moment musical), τρία Prokofiev (from Romeo and Juliet), και, αν μπορέσω, τρεις μεταγραφές…

Ήδη παίζω τα έργα αυτά σε ένα μέτριο επίπεδο. Αλλά η απόσταση που χωρίζει το «άσχημα» από το «μέτρια» είναι ασυγκρίτως μικρότερη από αυτήν που χωρίζει το «μέτρια» από το «καλά». Που σημαίνει ότι έχω πολύ δρόμο μπροστά μου…

Saturday, May 17

Rachmaninoff, again...

Είχα χρόνια να παίξω Ραχμάνινοφ.
Υπήρξε ο αγαπημένος συνθέτης των εφηβικών μου χρόνων και νομίζω πως ήδη στα δεκαπέντε μου χρόνια είχα ακούσει το σύνολο του πιανιστικού του έργου. Είχα εξαρχής ξεχωρίσει το Τρίτο Κοντσέρτο, που τόσο αγάπησα απ’ την πρώτη στιγμή, και που με αξίωσε ο Θεός να παίξω… Αλλά αγάπησα και τα υπόλοιπα κοντσέρτα του, καθώς και ένα σημαντικό μέρος της μουσικής του για πιάνο! Οι (μεγάλες) μελωδικές γραμμές του ήταν τόσο Ρώσικες στο χαρακτήρα, που, ακούγοντας τη μουσική του, ήταν σαν να διάβαζα Ντοστογέφσκι ή Πάστερνακ – το ίδιο ρώσικο πάθος, η ίδια ρωσική μελαγχολία.

Αλλά εδώ και επτά χρόνια δεν μελέτησα τίποτε καινούριο του Ραχμάνινοφ. Νομίζω πως είχα παίξει τις Παραλλαγές Κορέλι στο Λονδίνο το 2001, και έκτοτε... τίποτε.
Προ ενός περίπου μηνός, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου γεννήθηκε και πάλι η επιθυμία να παίξω δική του μουσική. Έκανα λοιπόν μια επιλογή 2 πρελουδίων, 2 etudes-tableaux και 2 moments musicaux. Ίσως αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν το δεύτερο μέρος ενός μελλοντικού ρεσιτάλ – ποιος ξέρει;
Από τα έξι αυτά έργα, νομίζω το αρτιότερο μουσικά είναι το Πρελούδιο σε φα δίεσι ελάσσονα. Ο Neushaus, διάβαζα κάπου, θεωρούσε αυτό το πρελούδιο ως το αξιολογότερο όλων– και έχει δίκιο. Εδώ οι διάρκειες είναι μεγάλες, η μελωδία λιτή, εκφραστική μεγάλου συναισθηματικού βάθους και πλούτου, τόσο στις στιγμές της γαλήνης όσο και στο απελπισμένο ξέσπασμα της μεσαίας ενότητας. Η δυσκολία για τον ερμηνευτή είναι να καταφέρει να πλάσει μια «συνεχή» μελωδία, ένα συνεκτικό «όλον», πράγμα διόλου εύκολο για το πιάνο (ένα βιολί θα μπορούσε πολύ ευκολότερα να αποδώσει αυτή τη μουσική).

Δύσκολα αυτά τα έργα! Απαιτούν πολύωρη αφιέρωση, ανέφικτη για τα δικά μου δεδομένα. Αλλά, ελπίζω πως κάτι θα βγει στο τέλος... Άλλωστε στην μελέτη της μουσικής, το ταξίδι δεν αξίζει λιγότερο απ’ την Ιθάκη. Δεν ξέρω αν θα φτάσω στην Ιθάκη, αλλά τουλάχιστον απολαμβάνω το ταξίδι!

Thursday, March 27

Mozart, Sonata for Two Pianos in D

Άκουγα τις προάλλες την σονάτα του Μότσαρτ για δύο πιάνα σε ρε. (Σε μια ζωντανή ηχογράφηση με Ρίχτερ και Μπρίτεν). Πόση είναι η χαρά που αναβλύζει από το έργο αυτό! Αλλά σκεφτόμουν, καθώς άκουγα, πόσες εκφάνσεις της χαράς ξεπηδούν από τη σονάτα αυτή. Η χαρά εδώ, δεν είναι κάτι μονοσήμαντο, κάτι που προσλαμβάνει μία συναισθηματική μόνο «εκδοχή»· πολύ περισσότερο, η χαρά εδώ εκφράζεται ως καλειδοσκόπιο χρωμάτων, ως ηχητική πανδαισία, ως πληρότητα ζωής.
Και στο αριστουργηματικό τρίτο μέρος (allegro molto), η μελωδική λεπτότητα και ελαφράδα μιλά και πάλι για χαρά – στην πιο ανόθευτη μορφή της. Είχα διαβάσει κάπου πως ένα παιδί μπορεί να ερμηνεύσει Μότσαρτ καλύτερα από έναν μεγάλο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια, αλλά στα σίγουρα, η μουσική του Αμαντέους έχει μιαν άπεφθη παιδικότητα που ίσως καλύτερα μπορεί να νιώσει ένα παιδί. Η χαρά της μουσικής του βρίσκεται στην γνήσια, την αληθινή αλλά συνάμα και ανεξήγητη παιδικότητά της.
Κοιτώντας το χαμόγελο ενός παιδιού μπορείς να καταλάβεις πολλά για τον Μότσαρτ...

Thursday, February 28

Richter: the Enigma by Bruno Monsaingeon

Πόσες φορές δεν έχω παρακολουθήσει (με την ίδια συγκίνηση) αυτό το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ... Πόσο δεν αιχμαλωτίζουν την καρδιά μου οι αρχικές και τελικές συγχορδίες της τελευταίας σονάτας του Σούμπερτ με τις οποίες αρχίζει και τελειώνει η ταινία... Νομίζω – και ας μου συγχωρεθεί η συναισθηματική υπερβολή- πως πρόκειται για το πλέον πετυχημένο κινηματογραφικά πορτρέτο μουσικού που έχει γίνει ποτέ.

Ο Σβιατοσλάβ Ρίχτερ και ο Γκλεν Γκούλντ είναι οι πιανίστες που περισσότερο με έχουν εμπνεύσει μουσικά. Αυτό είναι ενδιαφέρον, διότι έχουν τελείως διαφορετικές προσωπικότητες, έζησαν τελείως διαφορετικές ζωές (συμπίπτουν στην βαθιά μοναξιά όμως...) και το παίξιμό τους οριοθετεί κόσμους αρκετά ασύμβατους προς αλλήλους. Αλλά, ακριβώς εκεί βρίσκεται το καίριο σημείο που με γοητεύει: στην ετερότητα του ήχου τους. Στο γεγονός δηλαδή πως στο παίξιμό τους έχει τόσο άμεσα «περάσει» το στίγμα της προσωπικότητάς τους, ώστε ακούγοντας τους να μπορείς δίχως δισταγμό να πεις: «Αυτός είναι Γκούλντ» ή «είναι Ρίχτερ». Πράγμα που αποτελεί ζητούμενο στην δική μας εποχή –κατά την οποία πλεονάζουν εξαίρετοι
πιανίστες αλλά μοιάζει να λείπουν οι αυθεντικοί μουσικοί.
Όσον αφορά στο ντοκυμαντέρ, να σημειώσω δυό λόγια και για το ομότιτλο βιβλίο που εξέδωσε ο Bruno Monsaingeon
: το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου (δυστυχώς αμετάφραστο στα ελληνικά) είναι ο πρόλογός του: εκεί, ο συγγραφέας καταγράφει ολόκληρη την ιστορία της γέννησης της ταινίας – και είναι συναρπαστική η αφήγησή του. Συνιστώ την αγορά αυτού του βιβλίου μόνο για τον πρόλογό του.

Έχω μέσα μου μια απορία που θα ΄θελα να γράψω: γιατί όλοι αυτοί οι μεγάλοι πιανίστες (ή έστω πολλοί εξ αυτών) ήταν τόσο ταλαιπωρημένοι ψυχικά άνθρωποι; Γιατί από την ζωή του Ρίχτερ αναβλύζει τόση πίκρα; Γιατί ο μεγαλύτερος (λένε) πιανίστας που υπήρξε ποτέ, έπασχε από κατάθλιψη και στα στερνά του γυρνούσε από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, αναζητώντας -μάταια- εσωτερική γαλήνη; Γιατί ο Glenn Gould είχε μια τόσο παράξενη και αφύσικη ζωή – κλεισμένος ολημερίς σε ένα στούντιο, ζωή μίζερη και ασφυκτικά πνιγηρή;... Από τις ζωές και των δύο μουσικών μοιάζει να απουσίαζε η γαλήνη, η απλότητα, το φως. Γιατί; Υπάρχουν απαντήσεις;...

Wednesday, February 6

"Romanticism and Tango" for Piano and Cello

Πήγα σε μια ωραία συναυλία την Δευτέρα το βράδυ στον «Παρνασσό». Δύο πολύ καλοί μουσικοί, ο Γιάννης Μιχαηλίδης στο πιάνο και ο Δημήτρης Γούζιος στο τσέλο, έπαιξαν ένα πρόγραμμα με θεματικό άξονα «Ρομαντισμός και Τανγκό».
Επρόκειτο για έναν ενδιαφέροντα συνδυασμό ρομαντικής μουσικής, μεταγραφών του τσελίστα γνωστών θεμάτων από την σύγχρονη μουσική και τον κινηματογράφο, και τανγκό του Πιατσόλα.
Ξεχωρίζω την αισθαντική ερμηνεία του δεύτερου μέρους της σονάτας του Ραχμάνινοφ καθώς και τον εσωτερικό παλμό του τελευταίου έργου, του Libertango – απ’ τα γνωστότερα έργα του Piazzola. Είχα την αίσθηση, πάντως, πως ορισμένες μεταγραφές του Γούζιου δεν «λειτουργούσαν» καλά – εγώ θα τις επεξεργαζόμουν αρκετά διαφορετικά εάν είχα το συγκεκριμένο υλικό.

Η συνεργασία των δύο μουσικών ήταν καθ’ όλα άψογη – παίζουν χρόνια μαζί και αυτό συντελεί στην επίτευξη μιας βουβής εσωτερικής συνεννόησης που κατακτάται μόνο με τον χρόνο. Η συνεννόηση για την οποία μιλώ δεν έχει να κάνει μόνο με τον συγχρονισμό των οργάνων σε ζητήματα tempo· αφορά κυριώτατα στην κοινή ζύμωση του ήχου, στην μουσική σύγκραση της μελωδίας, στην κοινή βιωματική ενατένισή της. Αυτά κατακτώνται μόνο με τον χρόνο – δεν αρκούν οι πρόβες. Την κοινή αυτή συνεννόηση κρατώ κυρίως ως «δώρημα» της συναυλίας αυτής.